Η ελληνική παραδοσιακή οικογένεια αλλάζει

Το νέο προφίλ: Μειώθηκαν οι θρησκευτικοί γάμοι και αυξήθηκαν τα σύμφωνα συμβίωσης – Γεννιούνται πιο πολλά παιδιά εκτός γάμου, ενώ εκτοξεύθηκαν τα διαζύγια

Λιγότεροι θρησκευτικοί γάμοι, περισσότερα σύμφωνα συμβίωσης και ακόμη περισσότερα διαζύγια. Πιο πολλά παιδιά εκτός γάμου και ακόμη περισσότερες μονογονεϊκές οικογένειες: αυτά είναι τα στοιχεία που συνθέτουν πλέον το προφίλ της ελληνικής οικογένειας. Μέχρι το 1980 η κλασική πυρηνική οικογένεια κυριαρχούσε στη χώρα: γονείς, οι οποίοι ανέβηκαν τα σκαλιά της εκκλησίας, και παιδιά εντός γάμου. Το διαζύγιο, ακόμη κι αν ο γάμος είχε ουσιαστικά «τελειώσει», αποτελούσε μεγάλο στίγμα, άρα και πολύ δύσκολη απόφαση για να πάρει έστω και ένας από το ζευγάρι.

Οι αλλαγές, ωστόσο, που είχαν ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1960 στις σκανδιναβικές χώρες – ιδίως τη Σουηδία και τη Δανία – άρχισαν να διαχέονται σε όλη τη δυτική ήπειρο.

«Κι όταν μιλάμε για αλλαγές, στην πραγματικότητα γίνεται λόγος για «επαναστάσεις». Η «επανάσταση», λοιπόν, της αντισύλληψης επέτρεψε στα ζευγάρια να έχουν σχέσεις χωρίς την ύπαρξη εγκυμοσύνης και άρα τον υποχρεωτικό εκείνα τα χρόνια γάμο που ακολουθούσε. Παράλληλα, η σεξουαλική «επανάσταση» ουσιαστικά αποσυνέδεσε τις ερωτικές σχέσεις από την τεκνοποίηση. Και τέλος ήρθε η «επανάσταση» των φύλων, με τον ρόλο της γυναίκας να αλλάζει και να βγαίνει η ίδια εκτός σπιτιού για σπουδές και δουλειά.

Ολο αυτό το πλέγμα οδήγησε στο να γίνουν οι σχέσεις των ζευγαριών πιο εύθραυστες, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί κι ο θεσμός του γάμου», σημειώνει στα «ΝΕΑ» ο διδάκτωρ Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μεταδιδακτορικός ερευνητής του Ερευνητικού Προγράμματος (ΕΛΙΔΕΚ) «Δημογραφικά Προτάγματα στην Ερευνα και Πρακτική στην Ελλάδα», Γιώργος Κοντογιάννης.

Επίδραση της εκκλησίας 

Χρειάστηκε περίπου μία 20ετία για να φτάσουν αυτές οι… επαναστάσεις και στη χώρα μας, τα αποτελέσματα των οποίων έχουν αρχίσει να φαίνονται τα τελευταία χρόνια. Σε αυτό έχει παίξει σημαντικό ρόλο και η εκκοσμίκευση, η μείωση δηλαδή της επίδρασης της εκκλησίας και της θρησκείας στις αποφάσεις που αφορούν τη ζωή των ατόμων και ειδικότερα τη δημιουργία οικογένειας.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, κάποτε ο ρόλος της εκκλησίας/θρησκείας και η πίεση της κοινωνίας – για παράδειγμα, στιγματίζονταν οι άγαμες ή χωρισμένες γυναίκες, τα εκτός γάμου παιδιά – και της οικογένειας ήταν έντονα για το ποιον/α θα παντρευτεί κάποιος, για το πότε θα παντρευτεί, να μην πάρει διαζύγιο, να κάνει παιδιά εντός γάμου. Οταν η επίδραση αυτή μειώθηκε, παρατηρήθηκε η αύξηση της συχνότητας λύσης του γάμου, η αύξηση της εκτός γάμου τεκνοποίησης, η επιλογή του συμφώνου συμβίωσης ή του πολιτικού γάμου αντί του θρησκευτικού καθώς και η επισημοποίηση μέσω συμφώνου της σχέσης για τα ομόφυλα ζευγάρια.

Γεννήσεις

Είναι ενδεικτικό πως η Ελλάδα διαχρονικά έχει το χαμηλότερο ποσοστό εκτός γάμου γεννήσεων στην Ευρώπη. Το 2005 μόλις 5 στα 100 παιδιά γεννιούνται εκτός γάμου στη χώρα μας, ενώ σε αρκετές χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης πάνω από 1 στα 3 παιδιά γεννιούνται εκτός γάμου ήδη από τη δεκαετία του 1990.

Το ποσοστό γεννήσεων εκτός γάμου αυξάνεται από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 στη χώρα μας και έχει φτάσει στο 16,5% το 2021. Μάλιστα, από τα εκτός γάμου γεννηθέντα παιδιά το 2021 σχεδόν τα μισά – ποσοστό 44% – γεννήθηκαν εντός συμφώνου συμβίωσης στην Ελλάδα. Βέβαια, σε χώρες όπως η Σουηδία και η Γαλλία το 2021 το 55% και το 60% των παιδιών αντίστοιχα γεννιούνται εκτός γάμου, δηλαδή πάνω από τα μισά. «Σε αυτές τις χώρες, βέβαια, η έντονη αύξηση της εκτός γάμου τεκνοποίησης αναπλήρωσε την πτώση της γονιμότητας των παντρεμένων ζευγαριών και έτσι επέτρεψε να διατηρηθεί σε σχετικά υψηλά επίπεδα η γονιμότητά τους – κοντά στα δύο παιδιά ανά γυναίκα», τονίζει ο Γ. Κοντογιάννης.

Παρ’ όλα αυτά, στην Ελλάδα, αυτή η αύξηση τα τελευταία χρόνια δεν έχει οδηγήσει, έως τώρα τουλάχιστον, σε μια ουσιαστική ανάκαμψη της γονιμότητας. Ο γάμος παρέμεινε άρρηκτα συνδεδεμένος με την απόκτηση απογόνων και επομένως η αναβολή του γάμου από το 1980 και έπειτα και η απόφαση όλο και περισσότερων ατόμων να μην παντρεύονται οδήγησαν στην πτώση της γονιμότητας.

Οι εκτός γάμου γεννήσεις δεν είναι οι μόνες αλλαγές που παρατηρούνται στον θεσμό της ελληνικής οικογένειας. Το 2009 τα σύμφωνα συμβίωσης ήταν μόλις 165, ενώ το 2013 έφτασαν τα 593. Από το 2014, όμως, ο αριθμός τους αυξάνεται ταχύτατα, για να φτάσει το 2021 στα 11.421 σύμφωνα, όταν οι γάμοι που τελέστηκαν ήταν 39.000. «Αρα τα σύμφωνα έχουν φτάσει να είναι το 29% των γάμων το 2021. Τέλος, το 2004 μόλις 1 στα 5 ζευγάρια που αποφασίζουν να επισημοποιήσουν τον δεσμό τους, το κάνει με πολιτικό γάμο, με το ποσοστό να φτάνει σχεδόν στο 50% του συνόλου των γάμων κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης».

Διαζύγια

Ο νομοθέτης αντιλήφθηκε τις κοινωνικές εξελίξεις και προσαρμόστηκε σε αυτές, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τα διαζύγια. Στην Ελλάδα το 1983 θεσμοθετείται το συναινετικό διαζύγιο, με το οποίο λύθηκαν και οι «νεκροί» γάμοι προηγούμενων ετών. Το 2017 το σύνολο των διαζυγίων ξεπέρασε τις 19.000.

Την ίδια στιγμή, αυξάνεται ο αριθμός των μονογονεϊκών οικογενειών αλλά και των λεγόμενων μεικτών. Πρόκειται για οικογένειες με έναν θετό και έναν βιολογικό γονέα. Αξίζει να σημειωθεί πως σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, με βάση την απογραφή του 2011, οι μονογονεϊκές οικογένειες αριθμούσαν περισσότερο από 463.770, με την πλειονότητα να είναι μητέρες με παιδιά.